Μια νέα μουσική…

20161004_104530Βράδυ Δευτέρας. Μετά από αρκετή κίνηση στην εθνική, έχουμε πάει στην προγιαγιά των παιδιών, να την δούμε και να μας κάνει τον τραπέζι. Φάγαμε. Ο γιος μου της είπε ότι μαγειρεύει πιο καλά από όλους, αφού έφαγε δυο πιάτα σουτζουκάκια με πουρέ. Πόση γλύκα με γέμισε αυτή η δήλωση.

Και να ‘μαι, να περπατώ κάτω από το σκοτεινιασμένο και καθαρό ουρανό, κάτω από τις λάμπες του στενού δρόμου, κουβαλώντας στο αυτοκίνητο τσάντες με σουτζουκάκια, πουρέ και κατεψυγμένα φασολάκια, έτοιμα για μαγείρεμα. Δεν έχει ζέστη. Δεν έχει κρύο. Καθώς απομακρύνομαι από το σπίτι σβήνει το τιτίβισμα των μικρών που παίζουν με ένα μάλλινο κουβάρι τις γιαγιάς. Το έχουν κάνει φίδι, το έχουν κάνει «εργαλείο ψαρέματος» και ταΐζουν όλη την οικογένεια ψάρια. Πεσμένα λουλούδια από τη βουκαμβίλια είναι τα ψάρια τους. Και λίγο αργότερα ανακαλύπτουν και μπαρμπούνια! Τα λουλούδια από το φυτο γαριδακι της γιαγιάς. (Κι άλλο τεράστιο φορτίο γλύκας η ψυχή!)

Καθώς απομακρύνομαι λοιπόν και σβήνουν τα τιτιβίσματά τους, ακούω τον ήχο της εθνικής, το βούισμα των οχημάτων και τίποτα δεν με ενοχλεί. Όλα είναι πια μουσική στα αυτιά μου.

Και συνεχίζεται…. στο σπίτι, ησυχία, τα παιδιά κοιμούνται . Οι δυο μας δε μιλάμε, μόνο παράγουμε μια ήσυχη μουσική. Ρούχα απλώνονται στη βεράντα, πιάτα τακτοποιούνται, δόντια πλένονται, σεντόνια γεμίζουν…

Αγαλλίαση

Up & Running

pikralidaΞέρεις κάτι; Η προσοχή μου αποσπάται. Ξεκινάω κάτι να κάνω και σταματάω ανά δέκα λεπτά. Ιδιαίτερα αν είναι δημιουργικό και ενδιαφέρον. Το μυαλό μου φεύγει. Θέλει να δει κάτι άλλο; Για έμπνευση; Επειδή δεν παίρνει ικανοποίηση; Επειδή δεν έχει μάθει να συγκεντρώνεται;

Ιστορίες. Θα ήθελα να γράφω. Λέξεις. Δεν ξέρω.

Δεν ξέρω τι θέλω να κάνω. Νιώθω κατακερματισμένη. Σε ρόλους.

Αν ζωγράφιζα; Θα ήταν αλλιώς; Θα ήμουν ικανοποιημένη;

Αγαπώ τη ζωή τα σαββατοκύριακα. Δεν αγαπώ το γραφείο. Μακάρι να έβρισκα τον τρόπο να εργαζόμουν ευέλικτα. Μακάρι να με τραβούσε κάτι. Ένας δρόμος.

Αν γύριζα σπίτι σήμερα και ζωγράφιζα;

Πρέπει να σιδερώσω. Βουνό. Να ζωγραφίσω ένα βουνό; Να αναπνεύσω ένα βουνό!

Ανέπνευσα! Εχθές και προχθές που είχα άδεια.

Λοιπόν, κέρδισα δυο εικόνες μαγικές.

Πρώτη μέρα, έξω από τη σιδερένια πύλη του δημοτικού σχολείου, περιμένοντας τον αγιασμό. Ο γιος μου, σήκωσε το βλέμμα του στον ουρανό και κυνήγησε έναν ιπτάμενο σπόρο. Σε μια ηλιόλουστη μέρα. Έμοιαζε με παραμύθι. Πώς κατάφερε μέσα στο άγνωστο πλήθος να φωτίσει τόσο το πρόσωπό του και το βλέμμα του από τον ήλιο και να δει τον σημαντικό αυτό σπόρο.

Επιστροφή στο σπίτι. Πάλι περνάμε μέσα από το άγνωστο πλήθος. Κοντοστέκεται. Σταματάει. Έχει βρει δύο γατάκια μωρά που κάνουν τα πρώτα τους βήματα στο δρόμο. Τα παίρνει και τα δύο αγκαλιά. «Τι γλυκούλια που είναι!», λέει. Αχ! Είναι τόσο διαφορετικός. Τα αφήνουμε απαλά στο πεζοδρόμιο. Κοντά στη μαμά τους.

Για λίγο, κατάφερε να με τραβήξει από το συνεχή ρυθμό μου, προς το επόμενο. Κατάφερε να με κρατήσει με τη μαγική του δύναμη στο «εδώ και τώρα». Πότε θα μάθω;